• Print
  • Email

Παρακολούθηση της επιτόκου και του εμβρύου

medicaltest

Καθ' όλη την διάρκεια του τοκετού η παρακολούθηση της επιτόκου και του εμβρύου από τον ιατρό και την μαία θα πρέπει να είναι συνεχής και με την δέουσα προσοχή.

Ως προς την επίτοκο, αξιολογείται η γενική της κατάσταση με εκτίμηση των ζωτικών σημείων. Σε τακτά χρονικά διαστήματα και με τήρηση των κανόνων ασηψίας διενεργείται κολπική εξέταση για την εκτίμηση της εξέλιξης του τοκετού και συγκεκριμένα της διαστολής του τραχήλου της μήτρας, της κατάστασης του θυλακίου και του ύψους και της θέσης της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου. Παράλληλα, αξιολογείται η δραστηριότητα της μήτρας με εκτίμηση της έντασης και της συχνότητας των ωδίνων. Στις περιπτώσεις που οι ωδίνες κρίνονται ανεπαρκείς, χορηγείται διάλυμα οξυτοκίνης ενδοφλεβίως στάγδην.

Ως προς το έμβρυο, η κατάσταση του παρακολουθείται με έλεγχο της καρδιακής του λειτουργίας. Ο έλεγχος αυτός γίνεται με ακρόαση των καρδιακών εμβρυϊκών παλμών με ειδική συσκευή υπερήχων κατά διαστήματα ή, και το πλέον σωστό, με συνεχή καταγραφή της καρδιακής εμβρυϊκής λειτουργίας και την συσχέτιση των μεταβολών της με τις ωδίνες της μήτρας με την εφαρμογή εξωτερικής ή εσωτερικής καρδιοτοκογραφίας.

Ο καρδιοτοκογραφικός έλεγχος συνίσταται στην ανίχνευση και καταγραφή της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου με υπερήχους και στην ταυτόχρονη καταγραφή των μεταβολών της ενδομήτριας πίεσης. Η καταγραφή της καρδιακής λειτουργίας επιτυγχάνεται με τοποθέτηση της κεφαλής των υπερήχων στο σημείο ακρόασης των καρδιακών εμβρυϊκών παλμών στο κοιλιακό τοίχωμα της μητέρας - εξωτερική καρδιοτοκογραφία - ή με εφαρμογή ειδικού ηλεκτροδίου στο τριχωτό της κεφαλής του εμβρύου (εσωτερική καρδιοτοκογραφία). Η καταγραφή των μεταβολών της πίεσης στην ενδομήτρια κοιλότητα γίνεται είτε έμμεσα με ειδική κεφαλή που τοποθετείται στο κοιλιακό τοίχωμα της επιτόκου και συγκεκριμένα στον πυθμένα της μήτρας - εξωτερική τοκογραφία - είτε άμεσα με εισαγωγή ειδικού καθετήρα στην μήτρα διατραχηλικά (εσωτερική τοκογραφία).

Για την εκτίμηση της καρδιακής εμβρυϊκής λειτουργίας, έτσι όπως αυτή καταγράφεται στο καρδιοτοκογράφημα, αξιολογούνται τρεις κυρίως παράμετροι: 1. ο βασικός καρδιακός εμβρυϊκός ρυθμός, 2. η μεταβλητότητα του βασικού καρδιακού ρυθμού και 3. οι παροδικές μεταβολές της καρδιακής συχνότητας (επιταχύνσεις, επιβραδύνσεις).

Η εμβρυϊκή καρδιακή συχνότητα κυμαίνεται φυσιολογικά από 110 έως 160 παλμούς/min και πρέπει να διατηρείται σχετικά σταθερή κατά την διάρκεια του τοκετού. Εμβρυϊκή ταχυκαρδία (συχνότητα >170 παλμοί/min) μπορεί να προκληθεί λόγω ταχυκαρδίας της μητέρας οφειλόμενης σε πυρεξία, φόβο ή αφυδάτωση ή λόγω εμβρυϊκής υποξίας. Εμβρυϊκή βραδυκαρδία (συχνότητα < 110 παλμοί/min) παρατηρείται σπανίως. Εάν είναι σημαντική και επιμένει, μπορεί να οφείλεται σε παρατεταμένη εμβρυϊκή υποξία ή σε συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες του εμβρύου.

Η δεύτερη παράμετρος που αξιολογείται, η μεταβλητότητα του καρδιακού ρυθμού, εκφράζει την ισορροπία του συμπαθητικού και παρασυμπαθητικού συστήματος του εμβρύου. Φυσιολογικά, η μεταβλητότητα κυμαίνεται μεταξύ 10-25 παλμών/min. Απώλεια της μεταβλητότητας μπορεί να οφείλεται σε λήψη φαρμάκων από την μητέρα ή σε εμβρυϊκή υποξία. Φυσιολογικά, ελάττωση της μεταβλητότητας μπορεί να παρατηρηθεί στην φάση ύπνου του εμβρύου.

Οι παροδικές μεταβολές του καρδιακού ρυθμού διακρίνονται στις επιταχύνσεις και στις επιβραδύνσεις. Η παρουσία επιταχύνσεων με τις κινήσεις του εμβρύου είναι φυσιολογικό εύρημα. Απουσία επιταχύνσεων για διάστημα μεγαλύτερο των 45 min θεωρείται παθολογικό εύρημα και πρέπει να διερευνάται. Οι επιβραδύνσεις διακρίνονται σε πρώιμες, όψιμες και ποικιλόμορφες. Οι πρώιμες επιβραδύνσεις συμπίπτουν χρονικά με τις ωδίνες και οφείλονται στην πίεση της κεφαλής του εμβρύου, στερούνται δε κλινικής σημασίας. Οι όψιμες επιβραδύνσεις εμφανίζονται με χρονική καθυστέρηση σε σχέση με την έναρξη της ωδίνας. Θεωρούνται παθολογικό εύρημα και οφείλονται σε υποξία του εμβρύου και πλακουντιακή ανεπάρκεια. Οι ποικιλόμορφες επιβραδύνσεις δεν συνδυάζονται χρονικά με τις ωδίνες, αποδίδονται σε πίεση της ομφαλίδας και δεν έχουν ιδιαίτερη κλινική σημασία.

Το καρδιοτοκογράφημα δίνει μία έγκαιρη ενδεικτική προειδοποίηση. Η διάγνωση της εμβρυϊκής υποξίας μπορεί να γίνει με βεβαιότητα με λήψη μικρής ποσότητας αίματος από το τριχωτό της κεφαλής του εμβρύου και έλεγχο του ρΗ και του ελλείμματος βάσης. Ανεύρεση ρΗ=7,20-7,25 είναι σημείο έναρξης μεταβολικής οξέωσης, ενώ ρΗ 8 είναι βέβαιο σημείο μεταβολικής οξέωσης. Τα ευρήματα από το καρδιοτοκογράφημα και τα αποτελέσματα του βιοχημικού ελέγχου του εμβρυϊκού αίματος θα πρέπει να συνεκτιμώνται με την συνολική κλινική εικόνα και την εξέλιξη του τοκετού προκειμένου να ληφθούν οι σωστές για την κάθε περίπτωση αποφάσεις.

 

Θάνος Παράσχος
Μαιευτήρας-Γυναικολόγος
www.ivf-embryo.gr


001namesstroke

003Anaptixistroke

002Astrologystroke

004Ipsosstroke

Η ομάδα μας

Πατήστε εδώ για να γνωρίσετε τη συντακτική ομάδα και τους συνεργάτες του LoveBaby.gr

Δημοσκόπηση

Ποια είναι η γνώμη σας για την αποθήκευση βλαστοκυττάρων;