• Print
  • Email

Η μάνα των παραμυθιών

 

H-Mana-twn-Paramithiwn

Κάθε φορά που ετοιμάζω μια παράσταση αφήγησης παραμυθιών, πολλοί γονείς με ρωτούν από ποια ηλικία και μετά μπορούν να την παρακολουθήσουν τα παιδιά τους. Είναι αλήθεια ότι, με την τυπική έννοια του όρου, μια τέτοια παράσταση μπορούν να την «παρακολουθήσουν» παιδιά ηλικίας 4 ετών και πάνω. Τίποτα όμως δεν έχει μόνο μια πλευρά...

Δεν είναι λίγες οι φορές που στις παραστάσεις μου έρχονται γονείς με βρέφη στην αγκαλιά, αλλά και γυναίκες σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, που θεωρούν ότι έρχονται στην παράσταση όχι τόσο για τους ίδιους, αλλά για τα παιδιά τους. Ναι, στην αρχή υπάρχει αμηχανία. Όταν όμως τα λόγια σιωπήσουν και ξεκινήσουν τα παραμύθια, συμβαίνει κάτι μαγικό, και πέρα για πέρα αληθινό: κάποια βρέφη συμμετέχουν βγάζοντας φωνούλες που συχνά ακολουθούν το ρυθμό της αφήγησης,άλλα νανουρίζονται με το παραμύθι και αποκοιμιούνται, τα έμβρυα ζωηρεύουν μέσα στην κοιλιά των μαμάδων τους, οι γονείς νιώθουν κάτι να τα συνδέει με τα παιδιά τους, και εγώ νιώθω πως γνωρίζομαι από καιρό με όλους αυτούς...

Θα είχα αρκετά να πω γι' αυτό το θέμα, προτιμώ όμως να μιλήσει, αντί για μένα, ένα παραμύθι. Ένα παραμύθι από τη Γαλλία που μας εξηγεί πώς ήρθαν τα παραμύθια στον κόσμο. Μια ιστορία για όλους αυτούς που δεν φοβούνται να φέρουν παιδιά στον κόσμο, αλλά και για εκείνους που, όταν τα φέρνουν, δεν διστάζουν να τους δείξουν πως, μέσα στο μαύρο, υπάρχει το φως, το χρώμα, το παραμύθι...

Κάποτε, τον πρώτο καιρό του κόσμου, ζούσε στο δάσος ένας ξυλοκόπος μαζί με τη γυναίκα του. Ζούσαν φτωχικά, σ' ένα σπιτάκι στην άκρη του δάσους, κοντά σ' ένα ξέφωτο. Γείτονές τους ήταν τα άγρια ζώα και μόνοι επισκέπτες τους ο δυνατός άνεμος, η βροχή κι ο ήλιος.

Η γυναίκα ήταν πάντα θλιμμένη. Για ώρες έκλαιγε σαν έμενε μόνη. Έφταιγε άραγε που οι μέρες έμοιαζαν όλες ίδιες και μονότονες; Όχι, αυτό το είχε συνηθίσει. Τότε; Έκλαιγε γιατί ο άντρας της ήταν τόσο σκληρός όσο το γένι που σκέπαζε το σκοτεινό πρόσωπό του. Αυτό τη βασάνιζε. Μα, ποτέ δεν την αγκάλιαζε; Ναι, την αγκάλιαζε κάθε βράδυ, αφού όμως πρώτα τη χτυπούσε. Κάθε βράδυ. Γύριζε από το δάσος, βροντούσε την πόρτα, έβγαζε τις μπότες του, σήκωνε τα μανίκια του, άρπαζε τη μαγκούρα του, πλησίαζε τη γυναίκα του, πάντα ζαρωμένη στη γωνιά της, και τη χτυπούσε. Έτσι την καλησπέριζε.

Πέρασαν έτσι χίλιες μέρες και χίλιες νύχτες. Η γυναίκα υπέμενε σιωπηλή τα χτυπήματα, κάθε βράδυ. Ένα πρωί, καθώς έβλεπε τον άντρα της να χάνεται μέσα στο πυκνό δάσος με το τσεκούρι του στο χέρι, έβαλε τα χέρια της στην κοιλιά της, και για πρώτη φορά μετά το γάμο της, χαμογέλασε. Ένιωθε κάτι να κινείται μέσα της. «Ένα παιδί!», σκέφτηκε τρέμοντας, μαγεμένη. Μα η χαρά της δεν κράτησε πολύ. «Θεέ μου, ποιος θα προστατέψει αυτό το πλάσμα αν εκείνος συνεχίσει να με χτυπάει; Θα πεθάνει, προτού καν γεννηθεί.» Σκέφτηκε, σκέφτηκε πολύ. Μέχρι τη δύση του ήλιου, είχε βρει τη λύση.

Τον περίμενε. Σαν βράδιασε, εκείνος φάνηκε από μακριά. Βρόντηξε την πόρτα, έβγαλε τις μπότες του, σήκωσε τα μανίκια του, άρπαξε τη μαγκούρα του και την πλησίασε. Εκείνη του είπε τότε:
-Στάσου, περίμενε! Σήμερα έμαθα μια ιστορία. Είναι πολύ όμορφη. Άκουσέ τη, με χτυπάς μετά αν θες.
Δεν είχε ιδέα τι θα του έλεγε, όμως εκείνη τη στιγμή της ήρθε μια ιστορία στο μυαλό, που άρχισε να κυλάει σαν πηγή αστείρευτη. Ο άντρας της μαγεύτηκε τόσο, που άφησε τη μαγκούρα του να του πέσει απ' τα χέρια και τελικά ξέχασε να τη χτυπήσει. Εκείνη του μιλούσε όλη τη νύχτα. Κι εκείνος την άκουγε ακούνητος, με τα μάτια και τ' αυτιά του ορθάνοιχτα. Κι όταν ξημέρωσε η μέρα, η γυναίκα σώπασε. Εκείνος τότε αναστέναξε, πήρε το τσεκούρι του κι έφυγε για το δάσος.
Σαν νύχτωσε, γύρισε. Τούτη τη φορά δεν πρόλαβε να βροντήξει την πόρτα, γιατί εκείνη έτρεξε να του ανοίξει.
- Καλώς τον! Έλα, κάθισε κοντά μου! Σήμερα άκουσα μια καινούρια ιστορία, πιο όμορφη από τη χθεσινή.
Εκείνη τη στιγμή ένα καινούριο παραμύθι γεννήθηκε μέσα από τα χείλη της. Όπως και την περασμένη νύχτα ο άντρας την την άκουσε, με τη μαγκούρα του στο χέρι. Η ώρα πέρασε σα νερό, η μαγκούρα έπεσε ξανά. Την αυγή, η γυναίκα σώπασε. Εκείνος, σαν είδε πως ξημέρωσε, πήρε το τσεκούρι του κι έφυγε.
Το βράδυ του είπε άλλη ιστορία. Κι άλλη, κι άλλη, για εννιά ολόκληρους μήνες, για να προστατέψει τη ζωή που μεγάλωνε μέσα στα σπλάχνα της.
Κι όταν γεννήθηκε το παιδί, γεννήθηκε στον κόσμο και η αγάπη. Τα παραμύθια των εννιά μηνών πλημμύρισαν τη γη ολόκληρη. Ευλογημένη η μάνα που τα έφερε στον κόσμο. Δίχως εκείνη, θα μιλούσαν μονάχα οι μαγκούρες...

 

Εύη Γεροκώστα
Παραμυθού


001namesstroke

003Anaptixistroke

002Astrologystroke

004Ipsosstroke

Η ομάδα μας

Πατήστε εδώ για να γνωρίσετε τη συντακτική ομάδα και τους συνεργάτες του LoveBaby.gr

Δημοσκόπηση

Ποια είναι η γνώμη σας για την αποθήκευση βλαστοκυττάρων;